Κυριακή 17 Μαΐου 2026

Η Ελλάδα στα ερείπια του Μεσολογγίου

 

Η Ελλάδα στα ερείπια του Μεσολογγίου - La Grèce sur les ruines de Missolonghi, Ευγένιος Ντελακρουά, 1826, Μουσείο Καλών Τεχνών του Μπορντώ (Musée des Beaux-Arts de Bordeaux).

 Αυτός ο πίνακας του Γάλλου ζωγράφου, Ευγένιου Ντελακρουά, λάδι σε καμβά, διαστάσεων 213×142, είναι εμπνευσμένος από τη μάχη των Ελλήνων στη τρίτη πολιορκία του Μεσολογγίου. Από το 1821 έως και το 1830, η σύγκρουση μεταξύ των επαναστατημένων Ελλήνων και των Οθωμανών κατακτητών κινητοποίησε μέρος της ευρωπαικής διανόησης, όπως τον François-René de Chateaubriand, τον Λόρδο Βύρωνα και άλλους. Ο καλλιτέχνης ως ρομαντική ιδιοσυγκρασία, μοναχικός, απαισιόδοξος, συναισθηματικός, αλλά τρομερά ευφάνταστος, εκθέτει τα πρώτα έργα του στο Σαλόνι του Παρισιού, Η βάρκα του Δάντη (1822), Η σφαγή της Χίου (1824 - ολοκληρώθηκε τη χρονιά που πέθανε ο λόρδος Βύρωνας), Ο θάνατος του Σαρδανάπαλου (1827) και τονώνει το φιλελληνικό αίσθημα στη Γαλλία.

 Παρόλο που η άφιξη του ρεύματος του Ρομαντισμού στη Γαλλική τέχνη καθυστέρησε λόγω της ισχυρής επικράτησης του νεοκλασικισμού στις Ακαδημίες Καλών Τεχνών, η "ιστορική ζωγραφική" όπως αναφέρεται, ειδικά μετά τη περίοδο του Ναπολέοντα, γινόταν ολοένα και πιο δημοφιλής. Η νέα κατηγορία χαρακτηρίζεται από μεγάλων διαστάσεων έργα που απεικονίζουν γεγονότα της καθημερινότητας, γεμάτα έντάσεις, συναισθηματικές εξάρσεις, αντιθέσεις, διαγώνιους άξονες, πολλαπλότητα και υπερβολή και βρίσκεται στον αντίποδα των κλασικών αρχών που διέπουν τις εικαστικές τέχνες έως τότε. Η ζωγραφική και η γλυπτική απομακρύνονται από τις ιδεαλιστικές αποδόσεις και οι καλλιτέχνες αρχίζουν να δημιουργούν έργα πρωτότυπα, ex-nihilio, "εκ του μηδενός", χωρίς να καταφεύγουν σε υπάρχοντα πρότυπα δηλαδή, μια ιδέα που συχνά αποκαλείται ρομαντική πρωτοτυπία.

Τα γεγονότα και η ιδεολογία της Γαλλικής Επανάστασης επηρέασαν άμεσα το κίνημα αυτό επίσης. Πολλοί ρομαντικοί σε όλη την Ευρώπη συναισθάνονταν τα ιδανικά και τα επιτεύγματα των Γάλλων επαναστατών. Η ρομαντική σκέψη επηρέασε το συντηρητισμό, το φιλελευθερισμό, το ριζοσπασισμό και τον εθνικισμό. Το κίνημα αυτό έδωσε έμφαση στο έντονο συναίσθημα ως αυθεντική πηγή αισθητικής εμπειρίας. Επίσης δόθηκε προτεραιότητα στην ατομική φαντασία του καλλιτέχνη πάνω από τους περιορισμούς της κλασικής φόρμας, τόσο ώστε ο Ντελακρουά να αναφέρει συχνά: "η φαντασία είναι πιο σημαντική από τη γνώση και το χρώμα της ζωγραφικής ανώτερο του σχεδίου", ενώ ο παλιός δάσκαλος του Ζιροντέ, ο Ζακ-Λουί Νταβίντ (νεοκλασικιστής) μονολογούσε: "ή ο Ζιροντέ είναι τρελός ή δε ξέρω πια τίποτα από τη τέχνη της ζωγραφικής".

Εμπνευσμένος από το όραμά του για την Ελλάδα και παθιασμένος με τα σύγχρονα γεγονότα της επανάστασης, αν και δεν είχε ακόμη ταξιδέψει εκεί, ο Ντελακρουά διέκρινε σε αυτόν τον πόλεμο των Ελλήνων για την ανεξαρτησία ένα συγκλονιστικό και σύγχρονο θέμα. Αυτή η αλληγορική ζωγραφική, σύγχρονη των γεγονότων, απεικονίζει την Ελλάδα με τη μορφή νεαρής γυναίκας, ντυμένης με τη παραδοσιακή Ελληνική φορεσιά. Στέκεται ανάμεσα σε αιματοβαμμένα ερείπια, από όπου προβάλλει το χέρι ενός νεκρού σώματος πάνω σε ένα κανόνι. Τα κομμένα κεφάλια τοποθετημένα στο τείχος, όπως και ο Τούρκος που καρφώνει το λάβαρό του ως ένδειξη κυριαρχίας, συμβολίζουν την απελπιστική κατάσταση των Ελλήνων, την οποία ο Victor Hugo περιγράφει το 1826 στη συλλογή ποιημάτων του Les Orientales: "Αδέρφια, το καπνίζον Μεσολόγγι μας καλεί". Αναφέρεται ότι κατά τη πολιορκία του Μεσολογγίου 30.000 Έλληνες έχασαν τη ζωή τους και ακόμη περισσότεροι ή πέθαναν από τη πείνα ή αιχμαλωτίστηκαν. Ο λαός αυτός υπέφερε από λοιμό και η έλλειψη καθαρού πόσιμου νερού πολύ σύντομα έφερε θανατηφόρες ασθένειες στο προσκήνιο. Στη μικρή αυτή πόλη της Ελλάδας εκτυλίχθηκε, μπροστά στα μάτια μιας Ευρώπης που παρέμεινε θεατής, μια τραγωδία. Ο Ντελακρουά, σε αντίθεση με το έργο του "Η σφαγή της Χίου", στο οποίο απεικονίζει τη ματωμένη πραγματικότητα της τραγωδίας, στον πίνακα που ακολούθησε "Η Ελλάδα στα ερείπια του Μεσολογγίου" επιλέγει την αλληγορία, εικονογραφώντας μια ΙΔΕΑ και προτείνοντας ένα στοχασμό πάνω στην αναζήτηση της ελευθερίας, που είναι τόσο εκείνη ενός έθνους, όσο και εκείνη του ρομαντικού καλλιτέχνη. Απεικονίζεται η Ελλάδα ως έννοια και προσωποποιεί αυτό που αντιπροσώπευε ο Ελληνικός αρχαίος πολιτισμός του Πλάτωνα, του Αριστοτέλη και του Όμηρου, για τις χώρες της τότε αναπτυγμένης Ευρώπης, Γαλλία, Βρετανία, Γερμανία, κ.α. Όταν ο πίνακας εκτέθηκε για πρώτη φορά το 1827, η μορφή αυτής της γυναίκας αντιπροσώπευε 2.000 χρόνια ύπαρξης του δυτικού πολιτισμού, καθότι η αρχαία Ελλάδα και ο πολιτισμός της εκλαμβανόταν από τον δυτικό κόσμο, ως η αφετηρία για τη γένεση του δικού τους πολιτισμού.

Η γυναίκα λοιπόν (και μέσα από αυτή ο ίδιος ο καλλιτέχνης), με τα χέρια ανοιχτά, να δείχνουν με ορμή τα χαλάσματα, προτάσσει το


στήθος της και θαρραλέα, με το βλέμμα ψηλά, κοιτάζει έξω από τον καμβά και δείχνει να ρωτάει: "Γιατί επιτρέψατε να συμβεί αυτό; Πόσο γρήγορα και εύκολα μπορούν να χαθούν τα πάντα στον πόλεμο, με ολέθρια για όλους αποτελέσματα, νικητές και ηττημένους; Ευρώπη που ήσουν όταν συνέβαινε η καταστροφή μου; Που ήσουν όταν έβλεπες τις ρίζες του πολιτισμού σου να παραδίνονται στις φλόγες και η δόξα σου να μετατρέπεται σε ερείπια; Που είναι οι σύμμαχοί μου; Ποιος θα έρθει σε βοήθεια;" Το ένα της γόνατο ακουμπά πάνω στα χαλάσματα από απελπισία, φαίνεται αποκαμωμένη και μη μπορώντας να πιστέψει αυτό που συμβαίνει γύρω της, τεντώνει και τα δύο της χέρια και με θάρρος περίσσιο δείχνει: "Κοιτάξτε! Μη αποστρέφετε το βλέμμα! Κοιτάξτε το αίμα και τη καταστροφή!" και παρότι το δεξί της χέρι δείχνει τα χαλάσματα και πίσω του, στο βάθος διακρίνουμε μια σειρά από κομμένα κεφάλια, το άλλο χέρι, το αριστερό, δείχνει ένα ανδρικό άνω άκρο κάτω από τη μαρμάρινη πλάκα. Αυτή η πλάκα μαρμάρου, ενώ αποτελεί τμήμα ενός ευρύτερου συνόλου, οι επιφάνειές της, αν και λασπωμένες και πληγωμένες, διατηρούν το σχήμα τους. Ευθείες, λείες γραμμές, σπασμένα κομμάτια, μα καθόλα αναγνωρίσιμα, υποβάλλουν το δικό τους ερώτημα: άραγε θα μπορέσει ποτέ αυτό που αντιπροσωπεύει η Ελλάδα, το αέναο φως, θα μπορέσει ποτέ να σβήσει, να πληγωθεί, να κατακερματιστεί, να αλλοιωθεί και να πάψει να θυμίζει τη καταγωγή και το "είναι" της;".


Το ανδρικό χέρι που βρίσκεται από κάτω της εισβάλλει με απίστευτη ορμή στο δικό μας χώρο θέασης, τι παράδοξο όμως; Είναι χαλαρό, ξέπνοο, χωρίς ζωή. Θα πίστευε κανείς ότι ανήκει σε Έλληνα πολεμιστή, εάν κοιτάξουμε όμως καλύτερα είναι τόσο γεροδεμένο και στιβαρό, καλοταισμένο δηλαδή, που μόνο σε Μεσολογγίτη δε θα μπορούσε να ανήκει. Το σχήμα των δακτύλων του είναι εκλεπτυσμένο και παρά τα βρώμικα νύχια και τη λασπωμένη παλάμη, νεκρό, δείχνει προς τα κάτω και προτάσσεται προς τη πέτρα μπροστά του, τη βαμμένη με αίμα Ελληνικό. Το φινετσάτο ύφασμα με τα επιχρυσωμένα μανικετόκουμπα και το πολυτελές φινίρισμα, δεν αφήνει αμφιβολίες ότι πρόκειται για δυτικότροπου ύφους πουκάμισο (και σίγουρα όχι για τη παραδοσιακή λευκή πουκαμίσα Έλληνα αγωνιστή), υπονοώντας ότι εάν πέσει ο πολιτισμός που γέννησε τους άλλους, όταν θα γκρεμιστεί κάθε ιδανικό, όταν χαθεί κάθε έννοια του "όμορφου" και του "υψηλού", όλα θα πέσουν στην αφάνεια, νεκρά, χωρίς πρόσωπο, χωρίς καν σώμα, μόνο ένα "χέρι" θα απομείνει για να θυμίζει πως κάποτε κάτι υπήρχε. Σε αντιπαραβολή με τη πηγή της γενέσεώς τους, η οποία θα στέκεται ψηλά, ανεμοδαρμένη αλλά αγέρωχη και πάνω από όλα κατάφωτη.
Η αντίθεση και το χρώμα χαρακτηρίζει τα έργα του ρομαντισμού. Έτσι και εδώ η γυναίκα στέκεται ολόσωμη, με τα δυο της χέρια ενεργά και σε μεγάλο μέγεθος στη κεντρική θέση του πίνακα, σε σχέση με το νεκρό χέρι κάτω δεξιά και τη φιγούρα του Τουρκοαιγύπτιου πολεμιστή στο βάθος, που ενώ καρφώνει το λάβαρό του στο έδαφος ως σημάδι νίκης και κατάκτησης, εν τούτοις, παραμένει μία μικρή, σκοτεινή, θολή φιγούρα του φόντου, ως συμπλήρωμα της σύνθεσης.
Η αθωότητα και η αγνότητα αντιπροσωπεύονται με το απαστράπτον εκθαμβωτικό λευκό στην επιδερμίδα και στα ενδύματα της γυναικείας φιγούρας, ενώ η καθαρότητα του βλέμματος διαπερνάει την επιφάνεια του πίνακα και στοχεύει απευθείας τη διανόηση του θεατή. Το ζωηρό κόκκινο του πολεμιστή έρχεται σε αντίθεση με το έντονο μπλε στο πανωφόρι της γυναίκας, ενώ οι αντανακλάσεις της λάμψης πάνω στο ένδυμα και ειδικά στη κάτω αριστερή γωνία του, από λευκές μετατρέπονται σε κόκκινες, όσο αυτές ξεθωριάζουν. Αυτού του τύπου οι λεπτομέρειες και τα μηνύματα που "διαβάζονται" από όσους αναλύουν τον πίνακα, έρχονται να μας επιβεβαιώσουν ότι πρόκειται για ένα αριστούργημα.
Ένα έργο όταν δείχνει εξαιρετικό σε σχέδιο, αναλογίες, χρήση φωτός και σκιάς, χρώματος και υφής, όταν μεταφέρει έντονη ψυχική φόρτιση, όταν σε κάνει να νιώθεις και να σκέφτεσαι, όταν αντέχει στο χρόνο και συζητιέται για αιώνες, όταν συνεχίζει να εμπνέει άλλους καλλιτέχνες, όταν αλλάζει τη πορεία της τέχνης στο χρόνο ... τότε ναι, είναι ένα αριστούργημα!
Ο Ντελακρουά, για να αποτίσει φόρο τιμής στον ηρωισμό του Ελληνικού έθνους, το 1826, επέλεξε να ζωγραφίσει για τρίτη φορά ένα νέο επεισόδιο αυτού του αγώνα. Στον ρομαντισμό του Ντελακρουά ο θάνατος όμως δεν είναι ηρωικός. Ο Γάλλος ζωγράφος δε κρύβει τη φρίκη της βίας, ενώ προάγει σε πρώτο πλάνο, όχι τον ηρωισμό, αλλά τη τραγωδία. Μια τραγωδία που υπενθυμίζει στους πάντες ότι η αέναη πηγή φωτισμού μπορεί να λασπωθεί, μπορεί να ταρακουνηθεί συθέμελα, μπορεί να πληγωθεί, μπορεί να γονατίσει, όμως θα στέκεται για πάντα αγέρωχη, με καθαρό, γνήσιο και γεμάτο θάρρος βλέμμα, λουσμένη στο εκθαμβωτικό αυτό λευκό φως, οδηγώντας την ανθρωπότητα ξανά στον προορισμό της.
Η σύνθεση του πίνακα, η αλληγορική μορφή και η πολιτική του απήχηση, θα εμπνεύσουν το 1830 αυτόν τον δημιουργό να ολοκληρώσει το έργο εκείνο που έμελλε να καταστεί το Σύμβολο της Γαλλικής Δημοκρατίας, αλλά και της μάχης για την ελευθερία των εθνών γενικότερα.
"Η ελευθερία οδηγεί το λαό" αποτελεί το διασημότερο αριστούργημα του Ντελακρουά και εκτίθεται στο Μουσείο του Λούβρου.

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου