Το Μεσολόγγι, από το φθινόπωρο του 1825 έως την άνοιξη του 1826, μετατράπηκε αργά και βασανιστικά σε έναν τόπο όπου η ζωή και ο θάνατος μπλέκονταν καθημερινά. Στην αρχή, οι πολιορκημένοι είχαν ακόμη ελπίδα· υπήρχαν τρόφιμα, υπήρχε οργάνωση, υπήρχε η πίστη πως ο ανεφοδιασμός θα έρθει. Όμως όσο οι μήνες περνούσαν και ο κλοιός έσφιγγε, η πόλη άρχισε να λιώνει. Τα αποθέματα εξαντλήθηκαν, τα ζώα χάθηκαν, και οι άνθρωποι βρέθηκαν αντιμέτωποι με μια πείνα που δεν άφηνε περιθώρια αξιοπρέπειας ή επιλογής.
Στην καθημερινότητα των πολιορκημένων, η αναζήτηση τροφής έγινε μια απελπισμένη τελετουργία. Ό,τι ζωντανό υπήρχε — άλογα, μουλάρια, σκύλοι, γάτες, ποντίκια — καταναλώθηκε. Τα δέρματα από παπούτσια και εξαρτήματα βράζονταν για να μαλακώσουν (τα δέρματα, όταν βράζονταν για πολλές ώρες, μαλάκωναν και απελευθέρωναν ίχνη ζωικών ινών και λίπους), ενώ οι άνθρωποι έψαχναν ακόμη και στις λάσπες για ρίζες ή χόρτα. Το νερό ήταν εξίσου δυσεύρετο, αφού τα πηγάδια είχαν μολυνθεί, οι δεξαμενές είχαν στερέψει. Πολλοί αναγκάζονταν να πιουν στάσιμα, βρώμικα νερά που έφερναν πυρετούς και δυσεντερία. Η δίψα έκαιγε τον λαιμό περισσότερο από την πείνα.
Οι ασθένειες εξαπλώνονταν σαν σκιά πάνω από την πόλη. Τύφος, λοιμώξεις, πυρετοί, αδυναμία. Οι γιατροί δεν είχαν φάρμακα, ούτε επιδέσμους. Οι τραυματίες συχνά πέθαιναν αβοήθητοι, και οι ζωντανοί δεν είχαν τη δύναμη να τους θάψουν. Οι δρόμοι γέμιζαν με άταφους νεκρούς, ανθρώπους και ζώα, και η δυσοσμία της αποσύνθεσης απλωνόταν παντού. Η πόλη μύριζε θάνατο. Οι κάτοικοι ζούσαν μέσα σε σπίτια μισογκρεμισμένα, σε χώρους σκοτεινούς, χωρίς λάδι για φως και χωρίς ξύλα για ζέστη. Το κρύο του χειμώνα έμπαινε από παντού, και οι νύχτες ήταν ατελείωτες.
Η καθημερινότητα είχε καταρρεύσει. Οι οικογένειες στριμώχνονταν σε ερείπια, ενώ οι δρόμοι είχαν γίνει λασπωμένα μονοπάτια ανάμεσα σε συντρίμμια. Τα παιδιά λιποθυμούσαν από την πείνα, έκλαιγαν χωρίς δάκρυα, έψαχναν στο χώμα για κάτι που να μοιάζει με τροφή. Οι γυναίκες σήκωσαν μεγάλο βάρος της απελπισίας: κουβαλούσαν νερό, φρόντιζαν τραυματίες, συμμετείχαν στην άμυνα, προσπαθούσαν να κρατήσουν ζωντανές τις οικογένειές τους. Οι άντρες, αποστεωμένοι, εξαντλημένοι, ανέβαιναν στα τείχη με όση δύναμη τους είχε απομείνει. Πολλοί λιποθυμούσαν κρατώντας ακόμη το όπλο.
Τα χαρακώματα είχαν γίνει βούρκοι. Λάσπη, νερά, αίματα, συντρίμμια, πτώματα. Οι υπερασπιστές πολεμούσαν μέσα σε μια αδιάκοπη βροχή από βόλια και βόμβες, ενώ κάθε μέρα έβλεπαν τους συντρόφους τους να πέφτουν δίπλα τους. Η ψυχολογική εξάντληση ήταν απόλυτη. Ο φόβος των βομβαρδισμών, η απώλεια αγαπημένων προσώπων, η αϋπνία, η αίσθηση ότι ο ανεφοδιασμός δεν θα έρθει ποτέ, έκαναν τα μάτια των ανθρώπων να χάνουν το φως τους. Κι όμως, συνέχιζαν.
Μέσα σε αυτή την κόλαση, εκτός από τους άντρες υπερασπιστές της πόλης ξεχώρισαν μορφές που έμειναν στη μνήμη: ο Παπαδιαμαντόπουλος, ψύχραιμος και σταθερός· η Ελένη Στάικου, σύμβολο της γυναικείας αντοχής· ο επίσκοπος Ρωγών Ιωσήφ, που στεκόταν δίπλα στους πολιορκημένους μέχρι το τέλος· ο Χρήστος Καψάλης, που προτίμησε την αυτοθυσία από την αιχμαλωσία. Όλοι τους άνθρωποι που έζησαν την πολιορκία όχι ως ιστορικό γεγονός, αλλά ως καθημερινή μάχη για επιβίωση.
Όταν πια αποφασίστηκε η Έξοδος, δεν υπήρχε τίποτα ρομαντικό σε αυτήν. Ήταν η τελευταία πράξη μιας πόλης που είχε εξαντληθεί. Η πόλη είχε γίνει τάφος, και η Έξοδος ήταν η μόνη διέξοδος — μια πράξη ζωής μέσα στον θάνατο. Οι πολιορκημένοι δεν έφυγαν ως ήρωες με τη σημερινή έννοια· έφυγαν ως άνθρωποι που είχαν φτάσει στο απόλυτο όριο και παρ’ όλα αυτά διάλεξαν την αξιοπρέπεια.
Η μνήμη της πολιορκίας δεν είναι μόνο μνήμη ηρωισμού. Είναι μνήμη ανθρώπων που έζησαν το αδιανόητο. Μνήμη μιας πόλης που άντεξε όσο καμία άλλη. Και μνήμη μιας στιγμής όπου η ανθρώπινη ύπαρξη δοκιμάστηκε σε βαθμό που δύσκολα συλλαμβάνει ο νους.
Δεν υπάρχουν σχόλια:
Δημοσίευση σχολίου